Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

Λέξεις με ιστορίες...



Λέξεις σαν κι αυτές που ζήσαμε και μεγαλώσαμε στον τόπο μας, αυτές που στο άκουσμα τους όπου και αν βρεθούμε στα πέρατα του κόσμου θα μας κάνουν να γυρίσουμε το βλέμμα μας στο άκουσμα τους.
 Μια λέξη ή μια φράση που μας θυμίζει το χωριό που μεγαλώσαμε με  τις πιο ωραίες  αναμνήσεις μας νοιώθοντας κάτι οικείο και πολύ δικό μας, με έντονα συναισθήματα που μας κάνουν να νιώθουμε όλοι μας τα χρώματα, τις μυρωδιές, τις εικόνες και την ομορφιά του τόπου.....που γεννηθήκαμε. 

 Οι συμπατριώτες μας Ιωάννης Μαρινίτσης και Καλομοίρα Μουρτοπάλλα είχαν την έμπνευση να συγκεντρώσουν τις πιο γνωστές εκφράσεις και λέξεις του χωριού μας, που απαρτίζουν την ντοπιολαλιά, ώστε να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι!
Στόχος όλων μας σιγά σιγά να μεγαλώσουμε αυτή την ωραία συλλογή ως παρακαταθήκη για τις νεώτερες γενιές ...με τη συνεισφορά όλων μας.

Η ΣΥΛΛΟΓΗ:
          ·         Αγροκόφτκα: Με ξύπνησε κάποιος απότομα και πρόωρα
               ·         Αμπλαούμπλας: ατσούμπαλος στην εμφάνιση και τους τρόπους
·         Αμπουριά: φράγμα εισόδου κτήματος φτιαγμένο απο κλαριά
·         Ανασακιάζομαι: σαλεύω μέσα στα ρούχα, στα σκεπάσματα
·         Ασπρογανιασμένος: ο ουρανός που το πάει για χιόνι
·         Βάρεσε τσάταλο: σήκωσε παντιέρα
·         Βατοκρυμμένο: ακοινώνητος
·         Βέζβελο: το μικρό παιδί
·         Γαρέφω: χαζή
·         Γιατάκι: κατάλυμμα, η μεριά σου
·         Γιουρδέλι: δοχείο φαγητού, που έχει τη μορφή μικρού κουβά με καπάκι, μεταλλικό
·         Γκαγκάνα: θεριά κότα αλλά και σωματώδης γυναίκα
·         Γκιαμένο: πειραγμένο, σημαδεμένο αλλά για άνθρωπο, βλαμμένος
·         Γκούρλας: γουρλομάτης
·         Γουρδέλα: κορδέλα
·         Γούτος: χοντροκέφαλος κι αμίλητος
·         Γυαλίζουμαι: καθρεφτίζομαι, κοιτάζομαι στον καθρέπτη
·         Δεν έχει σουρέτι : δεν είναι συγκροτημένος, ισορροπημένος
·         Δραμάω: τρέχω
·         Έγινε άμορος: εφυγε και εξαφανίστη-κε, έγινε άφαντος
·         Έγκοσα: αισθάνομαι πολύ χορτάτος
·         Έχει βάρεμα: προσανατολίζεται προς ένα σημείο ή θέμα. Το λένε και για το πουλί κεφαλά ότι πάει σε ορισμένο σημείο
·         Ζαβλακωμένος: νυσταγμένος, ζαλισ-μένος
·         Ζαλίκα: φόρτωμα στους ώμους
·         Ζαμπλαρώνω: δέρνω
·         Ζγαρλάω: σκαλίζω(πχχ. Τη φωτιά)
·         Ζόμπος: εξόγκωμα
·         Ζούζουλο: ερπετό
·         Ζούτσος: κουτσό (παιχνίδι)
·         Θα μας παρνε νόγο: θα μας πάρουνε είδηση
·         Θα φουμστού:θα παινευτώ
·         Θιρίμια: ζωηρά παιδιά
·         Καλαμοκάνι: νάρθηκας σε σπασμένο άκρο
·         Καντήλα:φουσκάλα στο δέρμα
·         Καπανιάρης: ξερακιανός στο πρόσωπο
·         Καρακαηδόνα: Παλιογυναίκα
·         Καραλιάστκα: νύσταξα πολύ
·         Κάψωσα : ζεστάθηκα
·         Κοτοφώλος: το αυγό που μένει μόνιμα στη φωλιά της κότας για να την παρα-κινεί να κάνει αυγά.Μεταφορικά σημαί-νει σπιτόγατος
·         Κουπός: τον πήρε το κατόπι
·         Κουρνάβλια: Πόδια
·         Κούτλας: κατσαρολίτσα με χέρι
·         Κουτπώνω: αρπάζω κάποιον και τον ακινητοποιώ
·         Κουτρουλό: κουζινικό σκεύος
·         Λαβατίζω: κάνω φασαρία με φωνές
·         Λακάω: φεύγω τρέχοντας
·         Λάκκα: σε κοινή θέα
·         Λαρομανίζω: κάνω βαβούρα
·         Λεισβό: λειψό(κυρίως για όσπρια)
·         Λεχάρ: ψηλός και άχαρος
·         Μαργοσάρς: αυτός που κρυώνει υπερβολικά
·         Μ’έπιασε σφλομονή: μ’έπιασε μεγάλη στεναχώρια
·         Μιλιγκόνια: Μυρμήγκια
·         Μοϊδός: Ψευδός
·         Μούζγα: υγρασία
·         Μουρλοσκοτόνα: ηλίθια
·         Μουσκιό: η παρατεταμένη παραμονή κάποιου πράγματος στο νερό να μουσ-κέψει (π.χ. όσπρια, ρούχα κ.λ.π.)
·         Μούτος: βαρύς κι αμίλητος
·         Μουτφός: κλειστός κι αμίλητος
·         Μπακαρέλι: πήλινο δοχείο νερού, σφαιροειδούς σχήματος
·         Μπακράτσι: μικρό δοχείο
·         Μπαμπαρολιάστκα: εξαντλήθηκα
·         Μπασιώτης: αυτός που επανορθώνει(μπάζει) τις βγαλμένες αρθρώσεις
·         Μπατάλικος, μπατάλα: εύσωμος και δυσκίνητος
·         Μπιχτοκέφαλα: πέσιμο με το κεφάλι
·         Μπουζδουγάνας: χοντροκέφαλος
·         Μπούζι: παγωμένο(νερό)
·         Μπούμτσα: μουτρωμένη, βαριά κι αμίλητη
·         Μπουρντουράω το νερό: χύνω άφθονο νερό
·         Μπραζιριές: παρέες, σχέσεις, συνή-θως κακές
·         Μπρουμτίζω: γονατίζω μπρούμυτα
·         Μσουπάλαβος: παλαβός κι επιθετικός
·         Να απαλαχάνει: να πάρει ανάσα το φρεσκομαγειρεμένο φαγητό
·         Νταβανίζω: ζαλίζω, πιλατεύω
·         Ντερλίκι: το φαγητό
·         Ξαναγκρίζομαι: ξεσυνερίζομαι
·         Ξεκαμπανίζω: το σηκώνω στον αέρα
·         Ξεκαμπανίζομαι: χάνω το στήριγμά μου
·         Ξελαγαρίστηκα: Πείνασα υπερβολικά
·         Ξελακάω: προκάλεσα τη φυγή κάποιου, που έπιασα να κάνει κάτι ανάρμοστο
·         Ξεμποστανίδια: η τελευταία δράση μιας φάσης ή κατάστασης
·         Ξεσόϊασμα: κάποιος που με τη συμπεριφορά του έχει βγει έξω απο την οικογενειακή παράδοση και αξίες
·         Ξεστρίφτκε ο αφαλός του: ασχολήθηκε υπερβολικά με ένα θέμα
·         Ξεφταλάϊασμα: τρελοκομείο, επιπόλαιος
·         Ξεφταλαϊαστκα: τρόμαξα, ξαφνιάστηκα
·         Ξεχαίνω: αποξεχνιέμαι, ξεφεύγω απο προβλήματα
·         Ξεχαλίστηκε:διαλύθηκε ορθοπεδικά
·         Ολνούδες: όλους
·         Πάει λάχ-λάχ:πιέζεται να προλάβει κάτι
·         Παραστόλιασα: απηύδησα
·         Πασπαλούδες: νιφάδες χιονιού

·         Πατκώθηκε το στομάχι : βαρυστομάχιασε
·         Πατλιά: συστάδα βάτων
·         Πάω για τεμπλάρωμα:πάω για ύπνο
·         Πεδικλόθκα: πιάστηκε κάπου το πόδι μου και έπεσα
·         Πενταγούδι: φαγητό που έχει κρυώσει
·         Περατζάνα: πέρασμα
·         Περπάσα γυναίκα: γυρίστρα
·         Πετσόκολο: κακοφτιαγμένο
·         Πήρε το χλιάρ’τ νερό: μεγαλοπιάνεται
·         Πλακιάω: πετάω πέτρες
·         Πστουμίθκα: έπεσα κάτω με τα μούτρα
·         Ρουγκάλια: κούτσουρα στο τζάκι
·         Σαλαϊδω: επιπόλαιη και ανισόρροπη
·         Σκαλτζήθρα: σπίθα φωτιάς
·         Σκλαπανάρας: Ασυμάζευτός τύπος
·         Σκληφώθκα: στριμώχτηκα, ζορίστηκα
·         Σκουμαϊδα: παραψημένο και στεγνό φαγητό
·         Σκουμιά: σπατάλη
·         Σπαργάνισε: γέννησε
·         Στα πουσώσα: στα τελειώματα
·         Σταταρώνω: σταθεροποιείται η υγεία μου
·         Σταφνισμένος: ισορροπημένος, επιδέξιος
·         Στάφνο: ισορροπία, μέτρο
·         Στεγάδιασε: γέμισε καπνό ένας χώρος απο τσιγάρα ή τζάκι
·         Στρουγγιά  σ’: στρώσου, κάθησε
·         Τα κακάρωσε: πέθανε
·         Τα κούρδουσε: πέθανε
·         Κουμπούρ ουρά τ’: πέθανε
·         Τα μπρούμτα: μπρούμυτα
·         Τα πάκια: σημεία της μέσης εκατέρω-θεν της σπονδυλικής στήλης που παθαίνανε ένα πιάσιμο και τα τραβά-γανε να έρθουν στη σωστή θέση
·         Ταπουτώρα: πριν απο λίγη ώρα
·         Τατούνα: βαριά, καθυστερημένη
·         Τζιτζιφένιος: λεπτοκαμωμένος κι όμορφος
·         Τον πάει ντάφα-ντάφα: τον πιέζει, τον τρελαίνει
·         Τον περιμένω στο βδόχι: τον περιμένω στην είσοδο
·         Τουρλουμπούκι: ανάκατα
·         Τσαγκός: ζόρικος κι ανάποδος
·         Τσαγκουρνάω: γρατσουνίζω
·         Τσακρούνας: άλμα εις μήκος και με τα δύο πόδια, χωρίς φόρα
·         Τσάμκος ταμπάκος: προκλητικός κι ενοχλητικός
·         Τσαούλι: γλωσσού και γκρινιάρα
·         Τσ’ανασηκωτίς: Καλπασμός
·         Τσιβικωτό: Στενό ρούχο
·         Τσιργουτιλυγμένος: τυλιγμένος με μάλλινες κουβέρτες
·         Φαλάκι: τάκος στη ρόδα αύτοκινήτου για στοπ για κόντρα
·         Φερεντούρα:Αεράτη και σβέλτη
·         Φίτσος: αυτός που στρογγυλοκάθεται κι εμποδίζει
·         Χαρδαλούμπας: πληθωρικός στην εμφάνιση και τη συμπεριφορά και χαλαρός τύπος
·         Χαφταλεύρας: χάχας, ανόητος
·         Χρέμτσας: άσχημος κι αδύνατος

 To mantoudi news ευχαριστεί την Αρετή(Αριέττα) Μαρινίτση για την συλλογή που μας απέστειλε και αναμένουμε τη βοήθεια των αναγνωστών μας για να τη μεγαλώσουμε.

7 σχόλια:

  1. Ανώνυμος2/10/2018 1:17 μ.μ.

    - ΜΙΣΑΡΙΑ=ΧΕΡΣΟ ΧΟΡΑΦΙ ΕΝΔΙΑΜΕΣΑ ΣΕ ΣΠΑΡΤΑ
    -ΚΟΡΔΑ ΣΤΡΟΓΚΙΛΟ =ΦΡΑΓΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΓΙΔΙΑ
    -ΦΡΑΧΤΟ=ΠΕΡΗΦΡΑΓΜΕΝΟ ΛΙΒΑΔΙ
    -ΚΟΥΜΠΟΣΤΑΡΙ =ΤΟ ΚΑΠΑΚΙΤΟΥ ΓΑΛΑΤΟΝΤΕΝΕΚΕ..
    Κώστας Βλάχος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος2/11/2018 2:05 μ.μ.

    Συγχαρητήρια στην οικογένεια Μαρινιτση

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αριέττα Μαρινίτση2/19/2018 10:39 π.μ.

      Ευχαριστουμε!

      Διαγραφή
  3. Ανώνυμος2/14/2018 11:10 π.μ.

    ΚΟΠΤΣΑ =Σταμάτα
    ΑΝΑΦΑΝΤΑΛΟΣ=απρόσεχτος λογω βιασύνης
    ΜΟΥΤΟΣ= αμίλητος
    ΠΟιΛΑ =Μέρος υγρό που δεν το βλέπει ο ήλιος
    ΠΛΙΜ= Μούσκεμα απο τη βροχή

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ανώνυμος2/15/2018 9:59 μ.μ.

    ΣΟΚΑΚΙΑΡΣ= ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΓΥΡΙΖΕΙ - ΤΡΙΓΥΡΝΑΕΙ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ανώνυμος2/25/2018 10:00 π.μ.

    ΑΝΑΒΕΡΒΕΡΕΞΑ= Πόνεσα πάρα πολύ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ανώνυμος3/08/2018 7:40 μ.μ.

    • Άντεσε η ώρα: έφτασε η ώρα να πεθάνει
    • Θαλά πάω: θα πήγαινα. Απο τον αρχαίο τύπο του μέλλοντος (ήθελα πάω)
    • Ζούπα: Μούσκεμα
    • Λιαγκρίζει: Φαίνεται λίγο φως
    • Λιμπιτζουριά: Τσαπατσουλιά
    • Λεχάρ: Ψηλός και άχαρος
    • Με τα νέσα τ’: Με το πάσο του
    • Ξαργού ή ξαργουτού: Επίτηδες
    • Ξεγυρισμένος: Μεγάλος σε μέγεθος
    • Ξελιγκώθκα: Πείνασα
    • Παππούτς: ο παππούς της (ο μή γνώστης της ντοπιολαλιάς μας, νομίζει ότι μιλάμε για παπούτσι,υπόδημα)
    • Πατέρας σουμ: Ο πατέρας μου
    • Πόζερβο: Το τελευταίο νεογνό ζώο μιας γέννας που είναι καχεκτικό
    • Πουμώθκα: Αισθάνθηκα ασφυκτικά
    • Πουντουβά(γ)ια: Πλημμύρα
    • Σκουλουμιδιάρσς: Ο πάσχων απο σίφυλη(σκουλαμέντο)
    • Σκρούμπια: Ξερά
    • Στορίδια: Χαρακτηριστικά προσώπου
    • Συντομάω: Σχολιάζω αρνητικά
    • Συντραλίδσσα: Γυναίκα που συντρέχει, που βοηθάει
    • Σφιτζούρσα: Πέταξα κάτι μακριά

    ΑΡΙΕΤΤΑ ΜΑΡΙΝΙΤΣΗ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Tα σχόλια οσο το δυνατόν φιλτράρονται ως προς το ύφος και το ήθος τους.
Kάθε υβριστικό ,προσβλητικό ή άσχετο με το θέμα της ανάρτησης σχόλιο θα διαγράφεται .
Εγκρίνονται μόνο τα μηνύματα στα οποία εκφράζονται υγιείς απόψεις.
Ο κάθε σχολιαστής υπογράφει ηλεκτρονικά το σχόλιο του και ειναι υπεύθυνος έναντι των νόμων.
Το mantoudi news δέν ενστερνίζεται και δεν φέρει καμία ευθύνη για όσα γράφουν οι αναγνώστες στά σχόλια τους.